Music for the Masses ? [issue #1]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Νικος Βλαχογιαννης @ Articles | ΑΦΗΣΤΕ ΣΧΟΛΙΟ  

Πρόσφατα  δύο μεγάλες εταιρίες τηλεπικοινωνίας, έβγαλαν στον αέρα τις τελευταίες τους καμπάνιες «εικόνας» (αλλιώς «εταιρικές»  καμπάνιες») πλαισιωμένες από δύο  πασίγνωστα τραγούδια. Η πρώτη, επένδυσε την καμπάνια της με το αριστούργημα των Ten Years After, I’d like to change the world και παρουσίασε έναν κόσμο ιδεατό όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν, ιδίως αν είσαι νέος και χρησιμοποιείς –φυσικά- το προϊόν που προτείνει. Η δεύτερη και λιγότερο επιτυχημένη σε επίπεδο παρουσίασης, επένδυσε την επικοινωνία της με το πολύ αγαπημένο στους σημερινούς 40 something, The Whole of the Moon, των Waterboys. Το να κρίνουμε αυτές τις καμπάνιες σε επίπεδο επικοινωνίας δεν μας αφορά, όπως επίσης δεν μας αφορά και το αν τελικά λειτούργησαν ή όχι στο κοινό για το οποίο δημιουργήθηκαν. Ο λόγος που γράφεται αυτό το κείμενο είναι γιατί μας εντυπωσίασε η επιλογή των τραγουδιών. Η διαφήμιση, κατά καιρούς, χρησιμοποιεί τραγούδια από το παρόν ή από το άμεσο παρελθόν για να διακινήσει «πιο εύκολα», το μήνυμα που θέλει να περάσει το εκάστοτε προϊόν. Σύνηθες λοιπόν το φαινόμενο, θα σκεφτόταν κάποιος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, κάτι πιο ενδιαφέρον διαφαίνεται στις προθέσεις των προϊόντων και των διαφημιστών τους.  Και οι δύο επιλογές, πιστεύουμε πως έχουν κάτι κοινό, έστω και με διαφορετικό τρόπο. Παραπέμπουν σε μια εποχή αγνότητας και κοσμογονίας, που μάλλον λείπει στις μέρες μας. Οι Ten Years After «θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο», οι Waterboys αναζητούν τη συνειδητότητα και την αποκάλυψη του εαυτού μέσα από τη «θέα του φεγγαριού». Άσχετα θέματα με την απλή πώληση προϊόντων, θα πει κάποιος. Άσχετα; Όχι. Τα μηνύματα των συγκεκριμένων τραγουδιών είναι είτε προσωπικά, είτε κοινωνικά. Ο Alvin Lee, μιλάει για τον κόσμο γύρω του, οι Waterboys για τον κόσμο μέσα τους. Αυτό που μένει και από τα δύο τραγούδια στο μυαλό του ακροατή/θεατή, είναι η αίσθηση τους. Και η συγκεκριμένη αίσθηση είναι είτε λυτρωτική, είτε επαναστατική. Αυτή ακριβώς την αίσθηση, έρχονται να καπελώσουν οι εταιρίες «νοικιάζοντας» την για όσο διάστημα πληρώνουν τους εν λόγω καλλιτέχνες. Αυτή την αίσθηση θέλουν να πουλήσουν στους υποψήφιους αγοραστές τους. Γιατί όμως ανατρέχουν 20 και 40 χρόνια πίσω; Δεν παράγεται σύγχρονο υλικό αυτής της αίσθησης και ουσίας ή απλά κοστίζει λιγότερο μια παλιά επιτυχία από μια σύγχρονη; Αν αφήσουμε στην άκρη το οικονομικό ζήτημα που δεν μας αφορά και επικεντρωθούμε στο ζήτημα του ύφους των κομματιών νομίζω ότι θα φτάσουμε και στην ουσία του θέματος.

Οι κοινωνικές συνθήκες παράγουν τον πολιτισμό που χρειάζονται κάθε εποχή και ίσως οι σημερινές συνθήκες δεν μπορούν να παράγουν τον πολιτισμό που φέρουν αυτά τα δύο τραγούδια. Κι εδώ ίσως βρίσκεται η εξυπνάδα των διαφημιστών. Όταν είσαι (έστω και κατ’ επίφαση) αγγελιοφόρος ενός πολιτισμού που δεν υπάρχει γύρω σου, τότε ανατρέχεις στο παρελθόν για να βρεις την πηγή του συναισθήματος που κάποτε τον παρήγαγε και χρησιμοποιείς αυτή την πηγή ως δικό σου όχημα. Τελικά αυτό που λείπει, είναι το συναίσθημα. Εκείνο το αμιγές υλικό που ότι και να κάνεις δεν μπορείς να του αντισταθείς. Στέκεις εμβρόντητος μπροστά του και το θαυμάζεις. Σαν να είναι η πρώτη φορά που το συνάντησες κι ας έρχεται από το παρελθόν.

Puressence – Sharpen Up The Knives [The purest …highlights 1996-2009]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Ευη Πλατιτσα @ Reviews | 1 ΣΧΟΛΙΟ

Ήρθε το πέμπτο άλμπουμ για ένα συγκρότημα που υπάρχει από το 1991 και αποδεικνύεται από τις μακροβιότερες μπάντες του Manchester έχοντας αφομοιώσει και τιμήσει με τον πιο δημιουργικό τρόπο την κληρονομιά των Stone Roses και των Chameleons. Η νέα συλλογή “Sharpen Up The Knives” είναι μία πολύ καλή αρχή για τους «ανειδίκευτους», αλλά υπόσχεται λίγες εκπλήξεις στους επί χρόνια καταρτισμένους, οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι Puressence σημαίνουν πολύ περισσότερα καθώς ήδη από τα πρώιμα τραγούδια τους διαθέτουν μοναδική ωριμότητα και ένταση .

15 τραγούδια συνθέτουν τη συλλογή Sharpen Up The Knives ,η οποία φέρει και τον τίτλο από το ομώνυμο τραγούδι του “Only Forever” (1998).Τα τραγούδια επιλέχθηκαν τελικά με κλήρο κατά δήλωση του James Mudriczki και συμπεριλήφθηκαν και τρεις νέες ηχογραφήσεις: μία νέα έκδοση του “Che” της Judi Collins με πιάνο και τα φωνητικά του James, του “Traffic Jam In Memory Lane” και το ολοκαίνουριο “Raise Me To The Ground”. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Yann Tiersen – Πριν και μετά την Αμελί… Η απαρχή, η εξέλιξη, οι συνεργασίες

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Ευη Πλατιτσα @ Articles | ΑΦΗΣΤΕ ΣΧΟΛΙΟ  

Ο Yann Tiersen θεωρείται από όσους τον γνώρισαν από το Αμελί ένας σύγχρονος νεοκλασικιστής συνθέτης, ένας άριστος εικονογράφος της γαλλικής μελωδίας, ο συνεχιστής μιας παράδοσης αναγνωρισμένων δημιουργών των soundtrack. Παρουσιάζεται ικανός να αιχμαλωτίζει με ακρίβεια τα στιγμιότυπα εικόνων, με τον ίδιο τρόπο που ο φωτογράφος παγώνει την αιωνιότητα σε μια φωτογραφία. Κι όμως ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του ανορθόδοξο και οπωσδήποτε αφαιρετικό. Όπως δήλωσε πρόσφατα, η μουσική δεν πρέπει να ποδηγετείται από την εικόνα, διότι αναπαριστά κάτι περισσότερο από αυτό που φαίνεται, κάτι πιο αφηρημένο, ίσως κάτι που προηγείται του λόγου ή της εικόνας, ένα αυθεντικό και ανεπεξέργαστο βίωμα δηλαδή. Έτσι όπως συμβαίνει στα πρώτα στάδια της ζωής του ανθρώπου, όπου κυρίως αισθάνεται και μετά νιώθει.

Ο 39χρονος μουσουργός ξεκίνησε σε ένα ωδείο να μαθαίνει βιολί και πιάνο, αλλά στην εφηβεία του εμπλούτισε την κλασική του παιδεία με επιρροές από Joy Division και Stooges και συμμετείχε στην τοπική ροκ σκηνή παίζοντας με διάφορα συγκροτήματα. Παράλληλα συνειδητοποιεί το ταλέντο του στη σύνθεση και γράφει μουσική για ταινίες και θέατρο. Πολλά από τα πρώτα κομμάτια του μορφοποιήθηκαν και κατέληξαν στο πρώτο του άλμπουμ με τίτλο “La valse de monsters” (1995), το οποίο δεν έτυχε μεγάλης προσοχής από το κοινό και τους κριτικούς. Το ίδιο συνέβη και με το δεύτερο άλμπουμ, το “Rue de cascades” τον επόμενο χρόνο. Ωστόσο, ο Tiersen είχε γίνει αποδεκτός στην τοπική μουσική σκηνή της γενέτειράς του, στη Rennes, και χτίζει τη φήμη του σιγά-σιγά στα live, ως ακούραστος περφόμερ και δεξιοτέχνης πολυοργανίστας παίζοντας από πιάνο και κρουστά μέχρι ξυλόφωνο, βιολί και ακορντεόν .Όπως άλλαζε τα όργανα έτσι και η μουσική του εναλλασσόταν από το γαλλικό chanson, στο folk και στο waltz προσδίδοντας στη παίξιμό του θεατρικότητα. Έτσι εξηγείται και η συμμετοχή του στο φεστιβάλ της Αβινιόν το 1996.

Με το τρίτο του άλμπουμ “Le phare” εισήλθε πια στη mainstream ποιοτική μουσική και έγινε περιζήτητος από τους κινηματογραφιστές. Η συμμετοχή και της Γαλλίδας ποπ σταρ Dominique A ανέδειξε σε επιτυχία ραδιοφωνική και όχι μόνο το τραγούδι Monochrome. Η μοίρα του Tiersen είχε πάρει πια άλλο δρόμο. Ακολούθησαν το “Tout est calme” με πιο ροκ αναφορές και το “Absente” το 2001, του οποίου οι πωλήσεις εκτοξεύθηκαν στα ύψη χάρη στην Αμελί Πουλαίν. Συναυλίες και περιοδείες εν τω μεταξύ συμπλήρωναν την επιτυχία του με ευρεία ανταπόκριση σε όλο τον κόσμο. Η μουσική για το “Goodbye Lenin” γίνεται επίσης δεκτή με ενθουσιασμό από το κοινό που πλέον γνωρίζει με ακρίβεια τις δημιουργίες του ευρωπαίου συνθέτη.

Με άλματα στο χρόνο φτάνουμε στο 2005, οπότε το “Retrouvailles” μας επαναφέρει σε ένα οικείο μουσικό περιβάλλον διευρυμένο από τα φωνητικά των Liz Fraser (Cocteau Twins), Jane Birkin (για το “Plus d’hiver”), Dominique A, Miossec και του frontman των Tindersticks Stuart Staples. Οι συνεργασίες  για τον Tiersen είναι προφανώς αναγκαίες, καθώς οι μουσικές συνευρέσεις αποκαλύπτουν διαφορετικούς δρόμους για έναν πραγματικό εξερευνητή της μελωδίας. Το “Tabarly” (2008) συνεχίζει τη γνωστή παράδοση της μουσικής επένδυσης, αυτή τη φορά για ένα ντοκιμαντέρ, ενώ το συνεργατικό πνεύμα εκδηλώνεται και πάλι με συναυλίες και από κοινού εμφανίσεις με νέους και παλιούς καλλιτέχνες. Έτσι παίζει εξερευνώντας τα όριά του  μαζί με τους Οrka, ένα αντισυμβατικό μουσικό σχήμα από τα νησιά Φάροου (μεταξύ Ισλανδίας και Νορβηγίας). Οι Οrka κατασκευάζουν οι ίδιοι τα όργανά τους από μεταλλικά απορρίμματα  και παλιές ηλεκτρικές συσκευές. Οι δημιουργίες τους έχουν ως χαρακτηριστικό τα ρυθμικά σφυροκοπήματα και την πειραματική διάθεση, στερούνται όμως μίας καταληκτικής συγκροτημένης σύνθεσης .( http://www.orkomusic.com)

Η πιο πρόσφατη συνεργασία, που προετοιμάστηκε με κοινές εμφανίσεις από το 2008, είναι αυτή με το συντοπίτη του Christophe Miossec στο “Finistériens”,που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβρη του 2009, χωρίς να ενθουσιάσει τους κριτικούς. Συμπράττοντας με το Miossec, ένα πιο μινιμαλίστα μουσικό ο Yann Tiersen ξεφεύγει και πάλι από το ορχηστρικό στυλ με το οποίο συστήθηκε στο κοινό και δείχνει την ανάγκη του για κιθαριστική ενέργεια και ένα πιο indie γαλλικό chanson. Πιθανόν η ανάγκη του να αποδεσμεύεται ενίοτε από τις κλασικίζουσες καταβολές του να φανεί και στις επικείμενες συναυλίες του στην Αθήνα ( 14/11, Fuzz Club), στην Πάτρα (15/11) και στη Θεσσαλονίκη (16/11), καθώς μαρτυρίες από πρόσφατες συναυλίες στο εξωτερικό θέλουν τις μελωδίες του Tiersen μετασχηματισμένες από ηλεκτρονικά πειράγματα σε βαθμό που να μην αναγνωρίζονται εύκολα. Όσοι ήταν στη συναυλία του στο Λυκαβηττό  καταλαβαίνουν πώς ο καλλιτέχνης  μπορεί να ξαναγράφει κυριολεκτικά τις μελωδίες του στη σκηνή επιβεβαιώνοντας τον παλιό αισθητικό κανόνα του γερμανικού ρομαντισμού ότι ένα έργο τέχνης (εδώ το μουσικό) δεν πρέπει να αποκτά παγιωμένη μορφή, αλλά διαρκώς να εξελίσσεται.

The Hundreds and Thousands – The Hundreds and Thousands

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Αντωνης Παρασκευας @ Reviews | ΑΦΗΣΤΕ ΣΧΟΛΙΟ  

Τετάρτη απόγευμα, κάπου στα μέσα της Ε.Ο. Αθηνών-Θεσσαλονίκης και ενώ ο συνεπιβάτης μου έχει αφεθεί στην γλυκιά αγκαλιά του Μορφέα, κρίνω πως είναι η κατάλληλη στιγμή να ακούσω για ακόμη μια φορά, πιο προσεκτικά, το νέο άλμπουμ των Τhe Hundreds And Thousands (THAT). Έχω νωπή εξάλλου στο μυαλό μου την προτροπή του αρχισυντάκτη του webzine μας να ακούσω την συγκεκριμένη δουλειά, μιας και πιστεύει πως θα ανταποκρίνεται στα μουσικά γούστα μου. Όντας σαν ‘περίεργο’ ον, πατάω το play του στερεοφωνικού μου και το ταξίδι μόλις ξεκινά..

Οι ΤΗΑΤ αναδύθηκαν από τις στάχτες του ενός Καναδικού power-pop συγκροτήματος, ονόματι Starlight και η συγκεκριμένη τους ομώνυμη δουλειά είναι η πρώτη τους κάτω από την καινούρια τους μουσική στέγη.  Όλοι τους (τα 3 μέλη) έμπειροι και ικανοί μουσικοί, μιας και συμμετέχουν ενεργά στα μουσικά δρώμενα της χώρας τους για πάνω από 10 χρόνια. Έτσι, σαν φυσικό επακόλουθο, το τρίο από το μακρινό Τορόντο αναμιγνύει τις μουσικές καταβολές του καθενός ξεχωριστά και μας παραδίδει ένα μοντέρνο άλμπουμ, που ηχητικά κινείται στα πλαίσια της indie rock με επιρροές όμως και από U2, Coldplay και Μuse (κυρίως λόγω των φωνητικών) ίσως και με μια πινελιά από Radiohead μεταξύ άλλων. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ