‘Time Machine’ issue #3 [1994]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Αντωνης Παρασκευας @ Articles | 1 ΣΧΟΛΙΟ

Δημοσιονομικός  εκτροχιασμός, οικονομική επιτήρηση  από τις Βρυξέλλες, τριψήφιο έλλειμμα, δανεισμός, ΄πάγωμα’ μισθών και συντάξεων, εργασιακή ‘ζούγκλα’, αύξηση ορίων  ηλικίας συντάξεων, εσωκομματικά μαχαιρώματα  και μηχανισμοί, αναστολή προσλήψεων, γενιά των 700 ευρώ,  διαφθορά, πανδημία… είναι μόνο μερικοί τίτλοι που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό και αποτυπώνουν την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας (αλλά και όχι μόνο). Μια αποτύπωση αν μη τι άλλο ζοφερή, που μόνο θλίψη και σκεπτικισμό μπορεί να προκαλέσει στον μέσο Έλληνα και που χρίζει άμεσης αντιμετώπισης πριν είναι πολύ αργά. Έτσι σε πείσμα των καιρών αποφάσισα στο σημερινό άρθρο να συμπεριλάβω, πέρα από την καθιερωμένη μας βόλτα στα μουσικά επιτεύγματα του παρελθόντος, κάποια παράδοξα στοιχεία(μουσικού περιεχομένου βέβαια, μην τρομάζετε!)  που κέντρισαν το ενδιαφέρον μου σερφάροντας στο inet και που με βοήθησαν έστω και προσωρινά να χαλαρώσω και να ξεχαστώ διαβάζοντάς τα. Πάμε λοιπόν!

•    Μεγαλύτερη αναμονή για ένα άλμπουμ: Ο Μπράιαν Ουίλσον των Beach Boys ξεκίνησε να δουλεύει πάνω στο άλμπουμ ‘Smile’ στα τέλη του 1966, αλλά λίγο τα ψυχολογικά του θέματα, λίγο η τεμπελιά του τον ανάγκασαν να το παραδώσει 38 χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του 2004!

•    Μεγαλύτερο διάστημα αϋπνίας: O Πιτ ΝτεΦρέιτας, ντράμερ των Echo and the Bunnymen, το καλοκαίρι του 1986 έμεινε ξύπνιος για 18 μερόνυχτα σερί. Το κατάφερε κάνοντας έναν, ομολογουμένως, πολύ αποτελεσματικό συνδυασμό LSD, κοκαΐνης και χαπιών xtasy. Τα σχόλια δικά σας!

•    Πιο ακριβά μεταφορικά ενός και μόνου αντικειμένου: Το 2003 ο Μπόνο των U2 θα εμφανιζόταν στην Ιταλία, καλεσμένος του Λουτσιάνο Παβαρότι, σε μια συναυλία υπέρ του ιρακινού λαού. Βλέποντας πως έχει ξεχάσει το καπέλο του στο Δουβλίνο και μην μπορώντας να τραγουδήσει χωρίς αυτό, πλήρωσε 1700 ευρώ από την τσέπη του για να του το στείλουν. Το καπέλο ταξίδεψε στην πρώτη θέση φυσικά.

•    Πιο ακριβός καλεσμένος: Το 2001 ο Μάικλ Τζάκσον γιόρτασε τα 30 του χρόνια στην μουσική βιομηχανία με ένα μεγάλο πάρτι που έδωσε στο ράντσο του στη Neverland. Επίτιμος καλεσμένος ήταν ο Μάρλον Μπράντο ο οποίος πληρώθηκε 1 εκατομμύριο δολάρια για να παρευρεθεί και να βγάλει ένα πέρα για πέρα βαρετό λόγο υπέρ της ανθρωπιστικής προσφοράς του Τζάκσον.

•    Πιο ακριβή ταπετσαρία: Ο Νόελ Γκάλαχερ των Oasis, σε μια προσπάθεια να αποδείξει (πόσο άλλο πια?) την αγάπη του για τους Beatles, έριξε το 1997 στους τοίχους της κουζίνας του μια πανάκριβη, custom made, ταπετσαρία γεμάτη κίτρινα υποβρύχια η οποία του κόστισε πάνω από 700,000 ευρώ! Και εις ανώτερα!


Επιστρέφοντας στα δικά μας, στη σημερινή στήλη επέλεξα να αναφερθώ σε 4 άλμπουμ, που κατά την προσωπική που πάντα άποψη (για αυτό και κάθε σχόλιο είναι πάντα καλοδεχούμενο),  διακρίθηκαν τόσο εμπορικά όσο και καλλιτεχνικά το 1994.

1.    Pink Floyd – ‘Division Bell’: Το μεγάλο comeback των Floyd, έστω και χωρίς τoν ‘εγωιστή’ Roger Waters. Οι Floyd είναι μοναδικοί στο είδος τους, και μπορούν να προκαλέσουν, αν μη τι άλλο, ιδιαίτερα συναισθήματα σε όποιον τους ακούει. Από το εναρκτήριο και πολύ ατμοσφαιρικό ‘Cluster One’ και από εκεί στο ‘Marooned’(που άλλωστε τους χάρισε και ένα βραβείο Grammy to 1995) μέχρι το ‘Ηigh Hopes’ (περιέχει ένα από τα καλύτερα slide guitar σόλο ever) που κλείνει ιδανικά τον δίσκο, ο ακροατής παραδίνεται και ‘αφήνεται’ να ταξιδεύει σε μαγευτικά τοπία που όμοια του δύσκολα συναντά κανείς. Ένα άλμπουμ που θα πρέπει να κοσμεί κάθε δισκοθήκη που σέβεται τον εαυτό της!

2.    Soundgarden – ‘Superunknown’: Πολύ απλά ένα από τα καλύτερα άλμπουμ που ‘γεννήθηκαν’ στο χώρο της alternative rock μουσικής. Προσωπικά θα έλεγα, το magnum opus των Soundgarden! Καταπληκτικές ερμηνείες από τον Cornell ,βγαλμένες από τα μύχια της ψυχής του. Πιο μελωδικό από τον προκάτοχό του (με επιρροές και από Beatles όπως ομολόγησαν και τα μέλη του συγκροτήματος), έθεσε εκείνα τα στάνταρ ώστε οι Soundgarden να θεωρηθούν, όχι άδικα, ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα των ΄90s. Αν και μεγάλο σε διάρκεια (περίπου 70 λεπτά), ο ακροατής δεν χάνει σε κανένα σημείο το ενδιαφέρον του. Ένας δίσκος σκοτεινός και μελαγχολικός αλλά όχι ‘κλαψιάρικος’ έβαλε τους Soundgarden μια και δια παντός στο επίκεντρο του μουσικού χάρτη.

3.   Blur – ‘Parklife’: Αν και όχι ο μεγαλύτερος οπαδός τους, πρέπει να αναγνωρίσω την μουσική ιδιοφυία που εμπεριέχεται σε αυτόν τον δίσκο. Δύσκολα να κατατάξεις το συγκεκριμένο άλμπουμ σε κάποιο ιδίωμα, παρόλα αυτά όλοι μπορούν να διακρίνουν τις ποπ ευαισθησίες τους σε κομμάτια όπως τα ‘Parklife’ , ‘Girls and Boys’ και ‘Trouble in the message centre’ όπως επίσης και τις ψυχεδελικές τους αναζητήσεις στο πολύ  καλό και συνάμα διαφορετικό από τα υπόλοιπα ‘ This is a low’. Το ‘Parklife’ βρίθει έμπνευσης ακόμη και σε στιχουργικό επίπεδο κάνοντας το ένα ελκυστικότατο πακέτο για όλους τους φίλους της καλής μουσικής.

4.    Portishead – ‘Dummy’: Πιστεύω ακράδαντα πως ο όρος trip-hop οφείλεται αποκλειστικά στην συγκεκριμένη κυκλοφορία του εν λόγω άλμπουμ (συνοδοιπόροι τους μπορούν να θεωρηθούν οι Massive Attack και ο Tricky). Ένας όρος που προσπάθησε να συγκεράσει την ατμοσφαιρική, ‘ταξιδιάρικη’ και chill out μουσική με το hip hop ( χωρίς τα rap φωνητικά βέβαια). Το αποτέλεσμα αυτής της παράδοξης πρόσμειξης μουσικών ιδιωμάτων κρίνεται απολύτως επιτυχημένο και οι Portishead μας προσφέρουν τραγούδια σταθμούς για το είδος τους όπως το ‘Roads’, ‘Mysterons’, ‘Sour times’ και ‘Glory box’. Θα έλεγα πως η αξία αυτού του δίσκου βρίσκεται στο γεγονός πως έτυχε θερμής υποδοχής από ακροατές από τόσο διαφορετικά μουσικά υπόβαθρα και αναγνωρίστηκε ως από τα αυθεντικότερα του είδους του. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η ερμηνεία της Gibbons καθώς και η συνθετική ικανότητα του πολυοργανίστα Barrows.

Archive – Controlling Crowds part IV

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Αντωνης Παρασκευας @ Reviews | ΑΦΗΣΤΕ ΣΧΟΛΙΟ  

Περίμενα με αρκετή δόση ανυπομονησίας το τελευταίο άλμπουμ των Archive. Θυμάμαι να έχω ζητήσει (ή μήπως…απαιτήσει; χαχα) εγκαίρως, αμέσως μόλις μαθεύτηκαν τα χαρμόσυνα νέα, από τον αρχισυντάκτη μας να είμαι εγώ αυτός που θα έχει την “χαρά” να κάνει την δισκοκριτική στην εν λόγω κυκλοφορία. Είχα ενθουσιαστεί τόσο πολύ, ή να το θέσω κομψότερα, εκπλαγεί ευχάριστα από την τελευταία τους δουλειά νωρίτερα μέσα στο 2009, ώστε μόλις “ανακάλυψα” πως “διέρρευσε” το “Controlling Crowds part IV” (CCIV) στο i-net, έσπευσα να το “κατεβάσω” χωρίς περαιτέρω ενδοιασμούς!! Ακολούθησε ένα είδος “ιεροτελεστίας” κατά την ακρόασή του. Όλα ήταν ιδανικά για μια αν μη τι άλλο ευχάριστη και ξεχωριστή εμπειρία. Μήπως τελικά έσφαλα…; ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Music for the Masses ? [issue #1]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Νικος Βλαχογιαννης @ Articles | ΑΦΗΣΤΕ ΣΧΟΛΙΟ  

Πρόσφατα  δύο μεγάλες εταιρίες τηλεπικοινωνίας, έβγαλαν στον αέρα τις τελευταίες τους καμπάνιες «εικόνας» (αλλιώς «εταιρικές»  καμπάνιες») πλαισιωμένες από δύο  πασίγνωστα τραγούδια. Η πρώτη, επένδυσε την καμπάνια της με το αριστούργημα των Ten Years After, I’d like to change the world και παρουσίασε έναν κόσμο ιδεατό όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν, ιδίως αν είσαι νέος και χρησιμοποιείς –φυσικά- το προϊόν που προτείνει. Η δεύτερη και λιγότερο επιτυχημένη σε επίπεδο παρουσίασης, επένδυσε την επικοινωνία της με το πολύ αγαπημένο στους σημερινούς 40 something, The Whole of the Moon, των Waterboys. Το να κρίνουμε αυτές τις καμπάνιες σε επίπεδο επικοινωνίας δεν μας αφορά, όπως επίσης δεν μας αφορά και το αν τελικά λειτούργησαν ή όχι στο κοινό για το οποίο δημιουργήθηκαν. Ο λόγος που γράφεται αυτό το κείμενο είναι γιατί μας εντυπωσίασε η επιλογή των τραγουδιών. Η διαφήμιση, κατά καιρούς, χρησιμοποιεί τραγούδια από το παρόν ή από το άμεσο παρελθόν για να διακινήσει «πιο εύκολα», το μήνυμα που θέλει να περάσει το εκάστοτε προϊόν. Σύνηθες λοιπόν το φαινόμενο, θα σκεφτόταν κάποιος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, κάτι πιο ενδιαφέρον διαφαίνεται στις προθέσεις των προϊόντων και των διαφημιστών τους.  Και οι δύο επιλογές, πιστεύουμε πως έχουν κάτι κοινό, έστω και με διαφορετικό τρόπο. Παραπέμπουν σε μια εποχή αγνότητας και κοσμογονίας, που μάλλον λείπει στις μέρες μας. Οι Ten Years After «θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο», οι Waterboys αναζητούν τη συνειδητότητα και την αποκάλυψη του εαυτού μέσα από τη «θέα του φεγγαριού». Άσχετα θέματα με την απλή πώληση προϊόντων, θα πει κάποιος. Άσχετα; Όχι. Τα μηνύματα των συγκεκριμένων τραγουδιών είναι είτε προσωπικά, είτε κοινωνικά. Ο Alvin Lee, μιλάει για τον κόσμο γύρω του, οι Waterboys για τον κόσμο μέσα τους. Αυτό που μένει και από τα δύο τραγούδια στο μυαλό του ακροατή/θεατή, είναι η αίσθηση τους. Και η συγκεκριμένη αίσθηση είναι είτε λυτρωτική, είτε επαναστατική. Αυτή ακριβώς την αίσθηση, έρχονται να καπελώσουν οι εταιρίες «νοικιάζοντας» την για όσο διάστημα πληρώνουν τους εν λόγω καλλιτέχνες. Αυτή την αίσθηση θέλουν να πουλήσουν στους υποψήφιους αγοραστές τους. Γιατί όμως ανατρέχουν 20 και 40 χρόνια πίσω; Δεν παράγεται σύγχρονο υλικό αυτής της αίσθησης και ουσίας ή απλά κοστίζει λιγότερο μια παλιά επιτυχία από μια σύγχρονη; Αν αφήσουμε στην άκρη το οικονομικό ζήτημα που δεν μας αφορά και επικεντρωθούμε στο ζήτημα του ύφους των κομματιών νομίζω ότι θα φτάσουμε και στην ουσία του θέματος.

Οι κοινωνικές συνθήκες παράγουν τον πολιτισμό που χρειάζονται κάθε εποχή και ίσως οι σημερινές συνθήκες δεν μπορούν να παράγουν τον πολιτισμό που φέρουν αυτά τα δύο τραγούδια. Κι εδώ ίσως βρίσκεται η εξυπνάδα των διαφημιστών. Όταν είσαι (έστω και κατ’ επίφαση) αγγελιοφόρος ενός πολιτισμού που δεν υπάρχει γύρω σου, τότε ανατρέχεις στο παρελθόν για να βρεις την πηγή του συναισθήματος που κάποτε τον παρήγαγε και χρησιμοποιείς αυτή την πηγή ως δικό σου όχημα. Τελικά αυτό που λείπει, είναι το συναίσθημα. Εκείνο το αμιγές υλικό που ότι και να κάνεις δεν μπορείς να του αντισταθείς. Στέκεις εμβρόντητος μπροστά του και το θαυμάζεις. Σαν να είναι η πρώτη φορά που το συνάντησες κι ας έρχεται από το παρελθόν.

Puressence – Sharpen Up The Knives [The purest …highlights 1996-2009]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Ευη Πλατιτσα @ Reviews | 1 ΣΧΟΛΙΟ

Ήρθε το πέμπτο άλμπουμ για ένα συγκρότημα που υπάρχει από το 1991 και αποδεικνύεται από τις μακροβιότερες μπάντες του Manchester έχοντας αφομοιώσει και τιμήσει με τον πιο δημιουργικό τρόπο την κληρονομιά των Stone Roses και των Chameleons. Η νέα συλλογή “Sharpen Up The Knives” είναι μία πολύ καλή αρχή για τους «ανειδίκευτους», αλλά υπόσχεται λίγες εκπλήξεις στους επί χρόνια καταρτισμένους, οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι Puressence σημαίνουν πολύ περισσότερα καθώς ήδη από τα πρώιμα τραγούδια τους διαθέτουν μοναδική ωριμότητα και ένταση .

15 τραγούδια συνθέτουν τη συλλογή Sharpen Up The Knives ,η οποία φέρει και τον τίτλο από το ομώνυμο τραγούδι του “Only Forever” (1998).Τα τραγούδια επιλέχθηκαν τελικά με κλήρο κατά δήλωση του James Mudriczki και συμπεριλήφθηκαν και τρεις νέες ηχογραφήσεις: μία νέα έκδοση του “Che” της Judi Collins με πιάνο και τα φωνητικά του James, του “Traffic Jam In Memory Lane” και το ολοκαίνουριο “Raise Me To The Ground”. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ