Music for the Masses ? [issue #2]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Νικος Βλαχογιαννης @ Articles | 6 ΣΧΟΛΙΑ

Αρχές Οκτωβρίου  άνοιξε τα φτερά της «η αγαπημένη» μας αεροπορική εταιρία και μαζί της ξεκίνησε η (γλυκανάλατη) καμπάνια με τα χιλιάδες Post-it κολλημένα πάνω στο αεροσκάφος που ξεκινάει την πτήση του (τα συγχαρητήρια μας στο post-production αν και δεν ήταν ιδιαίτερα πειστικό). Κάτι οι «φωνές» όσων «αγαπούν» την αεροπορική εταιρία, κάτι τα Post it που ξεκολλούσαν παρασέρνοντας τα μηνύματα των θαυμαστών και την αγάπη τους, δεν νομίζουμε ότι αυτή η ταινία ευχαρίστησε ιδιαίτερα τον πολύ επιτυχημένο και απαιτητικό επιχειρηματία και καινούργιο ιδιοκτήτη της εταιρίας. Ας πάμε όμως στην ταμπακέρα, που μας αφορά περισσότερο. Εδώ η μουσική είναι προσανατολισμένη στο στοιχείο της «αγάπης» με έναν τρόπο νοσταλγικό και έντονα συναισθηματικό. Χωρίς να το αντιληφθούμε, ακούγοντας ξανά και ξανά το μουσικό αυτό θέμα, ήρθε στο μυαλό μας η ταινία «Πολίτικη Κουζίνα» που σάρωσε το κινηματογραφόφιλο κοινό πριν μερικά χρόνια, μαζί και εμάς αν εξαιρέσουμε την επιλογή του πρωταγωνιστή. Αργότερα ήρθε και η «φήμη» ότι η μουσική ανήκει στην Ευανθία Ρεμπούτσικα που ήταν υπεύθυνη και για τη μουσική της ταινίας που μόλις αναφέραμε.

Την Ευανθία Ρεμπούτσικα δεν θα την σχολιάσουμε μόνο και μόνο από σεβασμό. Είναι από τις λίγες παρουσίες στον ελληνικό χώρο που το ήθος και η κατάρτιση της σε αυτό που κάνει σου δημιουργούν την υποχρέωση να υποκλιθείς στην προσωπικότητα της. Θα σχολιάσουμε όμως το συνδυασμό των μνημών που ανασύρει με τη μουσική της (αν όντως είναι δική της). Όπως και να έχει αυτή η μουσική σε παραπέμπει στη συγκεκριμένη ταινία. Τι ήταν τώρα αυτή η ταινία; Η ιστορία του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης ή έστω ενός μέρους του, περασμένη μέσα από την ιστορία ενός παιδιού που μεγαλώνοντας έρχεται στην Αθήνα, όπως και πολλοί άλλοι ομογενείς του. Η επιτυχία της μουσικής της ταινίας ήταν ότι κατάφερε να κεντρίσει εκείνες τις χορδές του Έλληνα, που εξακολουθούν να τον κάνουν να νιώθει περήφανος και όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε, ο  σημερινός Έλληνας δεν έχει και πολλές τέτοιες ευκαιρίες. Και πάλι λοιπόν, το συναίσθημα καλά κρατεί.

Ο συνειρμός μεταξύ διαφημιστικής καμπάνιας και ταινίας είναι άμεσος και τελικά λειτουργεί θετικά για το προϊόν, την αεροπορική εταιρία δηλαδή. Είναι όμως συγκρίσιμα μεγέθη η ιστορία, έστω και ενός Έλληνα της Κωνσταντινούπολης, με μια αεροπορική εταιρία που όσο «εθνική» και να είναι, δεν αποτελεί την ιστορία του τόπου μας; Πιστεύουμε πως όχι. Όσο κι αν εξυπηρετεί το συναίσθημα που πρέπει να έχει η διαφημιστική ταινία, η σύγκριση με τη ζωή και τις μνήμες ενός ανθρώπου τη βγάζει λάθος. Το ίδιο το συναίσθημα που υποκρίνεται ότι υπάρχει η διαφημιστική ταινία, είναι εξ ορισμού λάθος. Κανείς δεν αγαπά, ένα αεροπλάνο. Μπορεί να τον διευκολύνει στη ζωή του, αλλά παραμένει ένα άψυχο μέσο. Είναι αστείο και να το συζητάει κανείς. Όταν όμως θες να μιλήσεις στη μάζα, γιατί ας μην γελιόμαστε, μάζα είμαστε στο μυαλό του επιχειρηματία, οφείλεις να χρησιμοποιήσεις ως κινητήριο μοχλό το μόνο πράγμα που θα την ταρακουνήσει και αυτό είναι το συναίσθημα. Το «εύκολο» συναίσθημα, αυτό της νοσταλγίας και ακόμη μια φορά, της εθνικής υπερηφάνειας.

Music for the Masses ? [issue #1]

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ by Νικος Βλαχογιαννης @ Articles | ΑΦΗΣΤΕ ΣΧΟΛΙΟ  

Πρόσφατα  δύο μεγάλες εταιρίες τηλεπικοινωνίας, έβγαλαν στον αέρα τις τελευταίες τους καμπάνιες «εικόνας» (αλλιώς «εταιρικές»  καμπάνιες») πλαισιωμένες από δύο  πασίγνωστα τραγούδια. Η πρώτη, επένδυσε την καμπάνια της με το αριστούργημα των Ten Years After, I’d like to change the world και παρουσίασε έναν κόσμο ιδεατό όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν, ιδίως αν είσαι νέος και χρησιμοποιείς –φυσικά- το προϊόν που προτείνει. Η δεύτερη και λιγότερο επιτυχημένη σε επίπεδο παρουσίασης, επένδυσε την επικοινωνία της με το πολύ αγαπημένο στους σημερινούς 40 something, The Whole of the Moon, των Waterboys. Το να κρίνουμε αυτές τις καμπάνιες σε επίπεδο επικοινωνίας δεν μας αφορά, όπως επίσης δεν μας αφορά και το αν τελικά λειτούργησαν ή όχι στο κοινό για το οποίο δημιουργήθηκαν. Ο λόγος που γράφεται αυτό το κείμενο είναι γιατί μας εντυπωσίασε η επιλογή των τραγουδιών. Η διαφήμιση, κατά καιρούς, χρησιμοποιεί τραγούδια από το παρόν ή από το άμεσο παρελθόν για να διακινήσει «πιο εύκολα», το μήνυμα που θέλει να περάσει το εκάστοτε προϊόν. Σύνηθες λοιπόν το φαινόμενο, θα σκεφτόταν κάποιος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως, κάτι πιο ενδιαφέρον διαφαίνεται στις προθέσεις των προϊόντων και των διαφημιστών τους.  Και οι δύο επιλογές, πιστεύουμε πως έχουν κάτι κοινό, έστω και με διαφορετικό τρόπο. Παραπέμπουν σε μια εποχή αγνότητας και κοσμογονίας, που μάλλον λείπει στις μέρες μας. Οι Ten Years After «θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο», οι Waterboys αναζητούν τη συνειδητότητα και την αποκάλυψη του εαυτού μέσα από τη «θέα του φεγγαριού». Άσχετα θέματα με την απλή πώληση προϊόντων, θα πει κάποιος. Άσχετα; Όχι. Τα μηνύματα των συγκεκριμένων τραγουδιών είναι είτε προσωπικά, είτε κοινωνικά. Ο Alvin Lee, μιλάει για τον κόσμο γύρω του, οι Waterboys για τον κόσμο μέσα τους. Αυτό που μένει και από τα δύο τραγούδια στο μυαλό του ακροατή/θεατή, είναι η αίσθηση τους. Και η συγκεκριμένη αίσθηση είναι είτε λυτρωτική, είτε επαναστατική. Αυτή ακριβώς την αίσθηση, έρχονται να καπελώσουν οι εταιρίες «νοικιάζοντας» την για όσο διάστημα πληρώνουν τους εν λόγω καλλιτέχνες. Αυτή την αίσθηση θέλουν να πουλήσουν στους υποψήφιους αγοραστές τους. Γιατί όμως ανατρέχουν 20 και 40 χρόνια πίσω; Δεν παράγεται σύγχρονο υλικό αυτής της αίσθησης και ουσίας ή απλά κοστίζει λιγότερο μια παλιά επιτυχία από μια σύγχρονη; Αν αφήσουμε στην άκρη το οικονομικό ζήτημα που δεν μας αφορά και επικεντρωθούμε στο ζήτημα του ύφους των κομματιών νομίζω ότι θα φτάσουμε και στην ουσία του θέματος.

Οι κοινωνικές συνθήκες παράγουν τον πολιτισμό που χρειάζονται κάθε εποχή και ίσως οι σημερινές συνθήκες δεν μπορούν να παράγουν τον πολιτισμό που φέρουν αυτά τα δύο τραγούδια. Κι εδώ ίσως βρίσκεται η εξυπνάδα των διαφημιστών. Όταν είσαι (έστω και κατ’ επίφαση) αγγελιοφόρος ενός πολιτισμού που δεν υπάρχει γύρω σου, τότε ανατρέχεις στο παρελθόν για να βρεις την πηγή του συναισθήματος που κάποτε τον παρήγαγε και χρησιμοποιείς αυτή την πηγή ως δικό σου όχημα. Τελικά αυτό που λείπει, είναι το συναίσθημα. Εκείνο το αμιγές υλικό που ότι και να κάνεις δεν μπορείς να του αντισταθείς. Στέκεις εμβρόντητος μπροστά του και το θαυμάζεις. Σαν να είναι η πρώτη φορά που το συνάντησες κι ας έρχεται από το παρελθόν.