Articles
Από τον Αισχύλο στον Πωλ Βερχόφεν: Οι Κακοί Είμαστε Εμείς! | Από τον Αισχύλο στον Πωλ Βερχόφεν: Οι Κακοί Είμαστε Εμείς! |
| Γράφει ο/η Γιάννης Καμαρινός | |
| 23.11.06 | |
Παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον την παράσταση «Πέρσες» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου. Ευτυχώς, χωρίς τη ματιά του ιδιαίτερα «ψαγμένου», ώστε να προσκολλώ σε διάφορες επιμέρους λεπτομέρειες… Παρότι το κείμενο του αρχαίου έλληνα τραγικού δεν είναι και από τα εύκολα, παραμένει επίκαιρο στο πέρασμα των αιώνων. Πόλεμος, πλεονεξία, ματαιοδοξία, τελικά θάνατος και θρήνος. Δεν λέμε να βάλουμε μυαλό με τίποτα και βέβαια «ουαί τοις ηττημένοις», όπως θα διατυπώσει λίγους αιώνες αργότερα ο μεγαλύτερος θεωρητικός του χριστιανισμού, Σαούλ (γνωστός και ως απόστολος Παύλος).Αναφέρω συνοπτικά ότι το έργο διαδραματίζεται στην αυλή της περσικής αυτοκρατορίας, στο τέλος της πρώτης φάσης των ελληνοπερσικών πολέμων. Ο ποιητής έχει επιλέξει τις δραματικές στιγμές της αναμονής των μαντάτων από την Αθήνα, με τη μητέρα του βασιλιά να είναι η κεντρική (τραγική, πάντα) ηρωίδα. Πιθανόν, η επιλογή της ανάδειξης της άλλης πλευράς, στην εποχή μας να μην εκλαμβάνεται ως σεναριακό εύρημα, οφείλουμε όμως να γνωρίζουμε ότι οι «Πέρσες» αποτελούν την πρώτη απόπειρα αυτού του είδους, προκαλώντας μάλιστα εκτεταμένες συζητήσεις στους φιλοσοφικούς κύκλους των Αθηνών και όχι μόνο! Γιατί κάποιος «δικός μας» να ασχοληθεί με την αγωνία του «άλλου»; Του «εχθρού μας»; Αρχικά μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Αισχύλος φάνηκε δεόντως ευαίσθητος. Άφησε προσωρινά τα περί συνόρων και αυτοκρατοριών και εστίασε στον ανθρώπινο πόνο και την αγωνία απέναντι σε εξελίξεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο. Και εκεί προβάλλει την άποψη ότι πίσω από το «μεγαλείο της εκστρατείας» και τη «στρατηγική ευφυΐα» κρύβονται άλλα «ελατήρια», βαθιά ανθρώπινα αλλά αρνητικού τελικά χαρακτήρα. Μήπως όμως η μεταφορά της δράσης στο «αντίπαλο στρατόπεδο» αποτελεί την τοποθέτηση του ποιητή, σε πολιτικό και διαλεκτικό επίπεδο, απέναντι όχι μόνο στην πατρίδα του την Αθήνα, αλλά και στην ίδια την Ιστορία που επαναλαμβάνεται, πάντα ως φάρσα; Μπορούμε για παράδειγμα να φανταστούμε την αγωνία των κατοίκων των μικρής στρατιωτικής ισχύος, εταίρων της Αθηναϊκής Συμμαχίας, όταν υπερασπιζόμενοι το δίκαιο (απέναντι στην κλοπή του ταμείου της Δήλου), βλέπουν της αθηναϊκές τριήρεις να πλησιάζουν; Οι «Πέρσες», καταγράφοντας με τρομακτική ακρίβεια τον βαθιά ανθρώπινο ψυχισμό, καθίστανται έτσι ένα από τα πλέον διαχρονικά έργα Και αν ο Σοφοκλής τοποθετεί την Αντιγόνη να μάχεται απέναντι σε θεσμούς, άρχοντες και θεούς (παρουσιάζοντας έτσι την πρώτη αναρχική ηρωίδα), ο Αισχύλος καταφέρνει να αντιστρέψει την τοποθέτηση του θεατή, που ακόμα και στις ημέρες μας αρέσκεται στην ταύτιση με τους υποτιθέμενους «καλούς», τοποθετώντας την μητέρα του ηγεμόνα που στρέφεται ενάντια στην ίδια τους την ύπαρξη, στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ωστόσο, το ερέθισμα για το παρόν κείμενο το έλαβα από μια παρέα που καθόταν πίσω από εμένα, στα φιλόξενα νταμάρια των Βριλησσίων. Προφανώς είχαν σχέση με τον κόσμο του θεάτρου. Γκρίνιαζαν λοιπόν, άμα τη ολοκληρώση του δράματος, για την κινησιολογία που επέλεξε η σκηνοθέτις, όπου ήθελε τα μέλη του Χορού να διαθέτουν μια, ας πούμε, ρομποτική αίσθηση. Συνεπικουρούμενοι από τα κουστούμια με τα μεταλλικά τμήματα (όπως οι πολεμικές ενδυμασίες των αρχαίων περσών, αλλά σε post-industrial αισθητική), το ολομεταλλικό σκηνικό και την ηλεκτρονική μουσική υπόκρουση, προσωπικά μού δημιουργήθηκε η εντύπωση της ευθείας αντιπαραβολής του σκηνικού χρόνου με τον παρόντα γραμμικό χρόνο. Το ερώτημα βέβαια που γεννάται σε αυτή την περίπτωση είναι ποιος παίρνει τον ρόλο ποιανού; Αυτός ο προβληματισμός, με οδήγησε συνειρμικά στην αναζήτηση αναφορών του 20ου αιώνα. Κατέληξα έτσι σε ένα κινηματογραφικό έργο «αναφοράς», το «Starship Troopers – Στρατιώτες του Σύμπαντος», του σπουδαίου ολλανδού σκηνοθέτη Πώλ Βερχόφεν, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Robert Heinlein . Εδώ ο χρόνος είναι μελλοντικός (23ος αιώνας. Όχι και πολύ μακριά, πάντως…). Η διαστημική αρμάδα, που αποτελείται από πολύ όμορφους, καλογυαλισμένους και άρτια εκπαιδευμένους στρατιώτες, προελαύνει σε εχθρικούς πλανήτες, που κατοικούνται από άσχημα τέρατα, γιγαντόσωμα έντομα και άλλες αποκρουστικές υπάρξεις. Το έργο κατηγορήθηκε με ευκολία από το κατεστημένο της σινε-κριτικής (διεθνούς και εγχώριας) ως «αλλοπρόσαλλο», «ναζιστικό κατασκεύασμα», «αμερικανική προπαγάνδα» και άλλα τραγελαφικά. Ευτυχώς κάποιοι επαναξιολογήσανε τη θέση τους, ωστόσο η ζημιά έγινε όταν η ταινία βγήκε στις αίθουσες. Εν πάση περιπτώσει, μια επίσκεψη στο DVDάδικο της γειτονιάς, είναι πράξη εφικτή. Σε αυτό λοιπόν το όμορφο και καλογυαλισμένο μέλλον, οι άνθρωποι, που έχουν ήδη αποικήσει εκτός γης, επεμβαίνουν σε διάφορα σημεία του σύμπαντος, σε άγονους πλανήτες. Οι ιθαγενείς κάτοικοι των πλανητών, δέχονται την επίθεση του high tech στρατού, πάντα με τηλεοπτική κάλυψη. Και αν τα μάτια των νεοσύλλεκτων τυφλώνονται από το εκτυφλωτικό φως των νικών και –κυρίως αυτό- των τρόπων που αυτές οι νίκες παρουσιάζονται από τηλεοράσεως, ο σκηνοθέτης δεν θα αργήσει να μας μεταφέρει στη σκοτεινή πλευρά όλου αυτού του σκηνικού. Μπορεί στο τέλος, οι «καλοί» να κερδίζουν, ωστόσο, με το τέλος της ταινίας εμφανίζεται και ο προβληματισμός: ποιοι τελικά είναι οι «καλοί» και ποιοι οι «κακοί» αυτής της ιστορίας; Αν και η απάντηση εξαρτάται πάντα από την οπτική γωνία του εκάστοτε θεατή, ο υπογράφων πιστεύει ότι τα έντομα και τα κτήνη δεν αποτελούν παρά την σχηματική μεταφορά αυτών που αποτελούν τους εν δυνάμει στόχους των πολέμων, με τη μορφή που αυτοί έχουν αποκτήσει μετά την πτώση του ανατολικού μπλόκ. Έντομα λοιπόν μπορούν να χαρακτηριστούν οι κάτοικοι του Ιράκ, της πρώην Γιουγκοσλαβίας, του Λιβάνου κ.ο.κ. Καθένας μπορεί να λάβει ή να δώσει αυτό το χαρακτηρισμό, κατά πώς συμφέρει. Και από κοντά, η αλαζονεία, η εξουσία που καταδυναστεύει, ορίζοντας δυνατούς και αδύνατους, σκορπίζοντας μιλιταρισμό και μίσος προς όλες τις κατευθύνσεις. Είναι εύκολο να νιώσεις μίσος, αλλά δύσκολο να μην προβείς σε πράξεις μίσους και εκδίκησης. Και είναι εύκολο να πείσεις (ελέω των μηχανισμών προπαγάνδας) ότι ο άλλος είναι αυτός που φταίει. Ιδίως, τώρα πια, εάν αυτός βρίσκεται σε άλλο σημείο του πλανήτη. Όπου μπορούμε πιο εύκολα να τον διακρίνουμε μέσα από την παραμορφωμένη μας οπτική γωνία, ως ένα κτήνος, ως μια γιγαντιαία αράχνη. Οι δύο δημιουργοί μάς επισείουν την προσοχή: προσέξτε γιατί οι «κακοί» μπορεί να είμαστε εμείς! Σημείωση: Οι Πέρσες ανέβηκαν από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου. Μου άρεσε πάρα πολύ η ύπαρξη ενός κουαρτέτου μουσικών, που εκτελούσαν ζωντανά μουσική με έντονα ηλεκτρονικά στοιχεία. Ακόμα ένα στοιχείο που φέρνει την παράσταση πιο κοντά σε εμάς, αλλά προσέδωσε και μια …Einsturzende Neubautten αίσθηση! Σχετικά links Μια ρωγμή στους «Πέρσες» Wikipedia / Starship Troopers |
| < Prev | Next > |
|---|

Παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον την παράσταση «Πέρσες» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου. Ευτυχώς, χωρίς τη ματιά του ιδιαίτερα «ψαγμένου», ώστε να προσκολλώ σε διάφορες επιμέρους λεπτομέρειες… Παρότι το κείμενο του αρχαίου έλληνα τραγικού δεν είναι και από τα εύκολα, παραμένει επίκαιρο στο πέρασμα των αιώνων. Πόλεμος, πλεονεξία, ματαιοδοξία, τελικά θάνατος και θρήνος. Δεν λέμε να βάλουμε μυαλό με τίποτα και βέβαια «ουαί τοις ηττημένοις», όπως θα διατυπώσει λίγους αιώνες αργότερα ο μεγαλύτερος θεωρητικός του χριστιανισμού, Σαούλ (γνωστός και ως απόστολος Παύλος).

